Άτιτλο

Το πρόβλημα όταν αρχίζεις να σκοτώνεις ένα-ένα τα συναισθήματα σου, είναι η μυρωδιά της πτωμαΐνης που αναβλύζει απ' το κορμί σου.

©Μάριος Καρακατσάνης 

Άτιτλο

Μπορείς να γευτείς την σκόνη από τα ερείπια μιας κατεστραμμένης καρδιάς...

Μπορείς να νιώσεις κάθε χιλιοστό του μουδιασμένου σου κορμιού καθώς καταρρέει...

Ψηλαφείς τον αέρα, στο απόλυτο κενό. Και όμως, αγγίζεις κάτι από εμένα.

Άκου! Ψίθυροι τρυπώνουν στα αυτιά σου σαν αόρατα φίδια που έρπουν μέσα σου.

Αφυδατώνουν ότι έχει απομείνει από τα υγρά σου μάτια, μονάχα για έναν και μόνο σκοπό.

Να μην κλάψεις ποτέ ξανά.

Και κάπου εκεί, υπό τους ήχους μιας παράφωνης μελωδίας, γεύεσαι την σκόνη που αφήνουν πίσω τους τα συντρίμμια μου...

Τι και αν μούδιασε το κορμί σου; Ένα τελευταίο αντίο θέλει να πει μονάχα.

Και όταν πια δε θα έχει απομείνει τίποτα, μονάχα οι φωνές θα θυμίζουν αυτό που πάντα ήθελα να σου πω:

"Μείνε"

©Μάριος Καρακατσάνης 

 

 

Άτιτλο

Από το "μαζί" έως την μοναξιά...

Ένα "μου λείπεις" δρόμος...

 

©Μάριος Καρακατσάνης 

 

Ότι μισώ

Σου έχω πει πόσο μισώ το τρίξιμο της πόρτας καθώς κλείνει πίσω σου,
Που είμαι;
Ποιος είμαι;
Ένα ντόμινο φρικτών αναμνήσεων πέφτει το ένα μετά το άλλο, Με πλακώνει,
Με σκοτώνει αθόρυβα,
 Εύχομαι να ήσουν εδω,
Να κολυμπούσες στους φόβους μου,
Να φτάσεις στον πάτο της δικιάς μου θλίψης,
Να γαντζωθείς στα δάκρυα μου,
Να ισορροπήσεις σε χείλη, που δε θα πουν ποτέ ξανά "Σ' αγαπώ".
Πλέον σε μισώ,
Απεχθάνομαι κάθε τι που σε θυμίζει,
Όχι, όχι, μη φεύγεις, σε έχω ανάγκη!
Ξέρω ότι η μυρωδιά από την σήψη των ονείρων μου σ' ενοχλεί, Σε αηδιάζει,
Κάνει τις κρυφές σου σκέψεις να ουρλιάζουν μέσα μου,
Μα συγχώρα με, δεν φταίω εγώ, είναι επειδή περίμενα τόσο μα τόσο πολύ.
Όλα όμως είναι εδώ,
Όλα όσα αγάπησα,
Όλα όσα μου έλειψαν,
 Όλα όσα έχασα,
Όλα...
Μισό φεγγάρι με φωτίζει,
Ημιτελής είμαι και εγώ,
Κομμένες λέξεις,
Μισόλογα σε μάτια που βλεφάρισαν για να πνίξουν ένα δάκρυ,
Τι θέλω;
Τι αναζητώ;
Σπλάχνο του ουρανού είμαι,
Και εσυ ευχή που φτάνεις κοντά μου,
Το όνειρο τελειώνει,
Σβήνει,
Ξυπνάω από το τρίξιμο μιας πόρτας,
Θεέ μου πόσο το μισώ...

 

©Μάριος Καρακατσάνης 

 

Ώρα 0

Ποτέ δεν ήμουν από τους ανθρώπους που αρέσκονται να απολαμβάνουν μικρές λεπτομέρειες, στιγμές που άλλους τους αγκαλιάζουν τρυφερά, εμένα ανέκαθεν μου προκαλούσαν απέχθεια. Ό,τι ήταν να τραβήξει την προσοχή μου, το επέλεγα αποκλειστικά και μόνο εγώ και αυτό γιατί, το έβλεπα, θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην καλοβολεμένη καθημερινότητά μου. Και κάθε αλλαγή στη ζωή μου, ερχόταν μόνο σαν συνέπεια λάθους, και τέτοια, έκανα πολλά.

Συνήθιζα να αγνοώ, να παραλείπω αυτό που στα δικά μου μάτια φάνταζε ανόητο ή ασήμαντο, αδιαφορώντας αν οι συνειδητές πλέον επιλογές μου θα χτυπούσαν με μανία κύματος ολέθριου, στην ακτή όποιου είχε την ατυχία να συνυπάρξει μαζί μου. Κάθε οργή της μίζερης ζωής μου, είχε μια και μοναδική εξήγηση: η άμυνά μου ήταν σε οτιδήποτε απειλούσε την εικόνα του τεράστιου Εγώ μου. Κοιτώντας τώρα από μια κάποια απόσταση, δεν είμαι σίγουρος για την πραγματική αιτία του τόσου συσσωρευμένου θυμού. Υπήρξα υπέρμετρα εγωιστής. Παγερά στεκόμουν απέναντι σε ότι δεν με αφορούσε προσωπικά, εμένα και την κίβδηλη ζωούλα μου. Πόσο ανόητος υπήρξα, θεέ μου, πόσο ανόητος!

Θυμάσαι πόσο μισούσα τη βροχή; Θυμάσαι πόσες κατάρες ξεστόμιζα για τις σταγόνες της; Αυτές που σε άλλους μοιάζαν ευλογία, εμένα με εμπόδιζαν να απολαύσω τους ευδαιμονικούς περιπάτους μου, τις διαδρομές που ήθελα να ακολουθήσω και δυσχεραίνονταν!

Θυμάσαι πόσο πικραινόσουν όταν άφηνα τα αγαπημένα σου λουλούδια να μαραθούν, μόνο και μόνο επειδή στις προτεραιότητές μου, δεν θα μπορούσε φυσικά να είναι να τους ρίξω λίγο νερό; Ασήμαντες λεπτομέρειες που δεν με αφορούσαν! Και η δική σου αγάπη γι' αυτά, παντελώς αδιάφορη! Μια έκφραση του προσώπου σου όμως, δεν θα την ξεχάσω ποτέ: ήταν τότε που σου ανακοίνωσα με παγερή απάθεια πως το χρυσόψαρο που - το ήξερα - με τόση στοργή φρόντιζες, επιπλέει ανάσκελα μέσα στη θολή γυάλα. Με είχες παρακαλέσει να το φροντίζω για λίγο, θυμάσαι; Μόνο για λίγες μέρες, είπες, έπρεπε υποχρεωτικά να λείψεις. Για την δουλειά σου είπες, αλλιώς θα σε απέλυαν, θυμάσαι; Μα τι ρωτάω!! Πώς θα μπορούσες να ξεχάσεις; Έκλαιγες γοερά εκείνη τη μέρα, πενθούσες την απώλεια ζωής του πολύ αγαπημένου σου, κι εγώ, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν το πόσο, μα πόσο ανόητη φάνταζες στα μάτια μου!

Γιατί φυσικά, εγώ ζούσα στη δική μου περιχαρακωμένη ζωούλα, στη μίζερη κωφότητα ενός επηρμένου αλαζόνα! Την κίβδηλη ζωούλα μου θα πω τώρα. Σκάκι έπαιζα με ικανοποίηση, στις πλάτες των άλλων όμως, χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο.

Νύχτες και νύχτες ονειροπολούσα έλεγα, μα το μόνο που έκανα ήταν να φέρνω τον κόσμο στα δικά μου μέτρα, όλοι να περιστρέφονται γύρω από ένα και μοναδικό κέντρο: εμένα! Εγώ να είμαι ο αφέντης, το Α και το Ω στις ζωές των άλλων. Χωρίς φυσικά να δέχομαι κανέναν ως σημαντικό στη δική μου ζωή. Μηδενική αξία ψυχών σε μυαλό νάρκισσου, αυτό ήμουν! Ένας μικρός θεός, να ορίζει την αρχή, τη μέση και το τέλος της κάθε σκέψης. Τέτοιες "ονειροπολήσεις" έκανα κι εκείνο το βράδυ που ήρθες να μ' ανταμώσεις χαμογελαστή. Φορούσες καινούριο φουστάνι, καμάρωνες, περνούσες από δίπλα μου να μυρίσω το νέο σου άρωμα, χοροπηδούσες σαν ευτυχισμένο παιδί στη θέα των νιφάδων που χόρευαν έξω από το σπίτι μας. Γελούσες, πλημμυρίζοντας το δωμάτιο τρυφερή ζεστασιά. Τί έκανα εγώ; Τίποτα φυσικά! Λίγο χιόνι έπεφτε αδιάφορα, ούτε σ' αυτό έδωσα σημασία, ούτε στο φόρεμα και το άρωμα βέβαια. Κι εσύ, η γυναίκα μου, που πάντοτε έβρισκε ουσία και στο πιο ανούσιο πράγμα, να μου ψιθυρίζεις απαλά "ό,τι δίνει χαρά στην ψυχή ενός ανθρώπου, αυτόματα αποκτά αξία, γιατί εμείς είμαστε που οφείλουμε να την δίνουμε". Ακόμα την θυμάμαι την απάντησή μου: "Η αληθινή αξία κρύβεται σε ό,τι μπορούμε να αγγίξουμε, όλα τα άλλα είναι ουτοπίες".

Ουτοπίες...... φυσικά και είναι, ειδωμένες όμως από εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Πένθιμες είναι οι ουτοπίες μου μα ούτε που το καταλάβαινα τότε. Τώρα όμως πενθώ. Για τον ήλιο που έλαμπε δίπλα μου και τον έχασα. Για την κάθε σταγόνα βροχής που δεν είδαμε μαζί. Για το άρωμά σου που ποτέ δεν μύρισα. Πένθος, για σένα που έχασα μαζί με τις στιγμές που δεν εκτίμησα, για τα χρόνια που πέρασαν χωρίς να σε αγγίζω όπως σου άξιζε. Τώρα, μιλώ για σένα και για μένα. Μιλάω για την αγάπη, για τον έρωτα, για την μοναξιά. Τώρα, σκέφτομαι εσένα κι εμένα, τώρα που χάθηκες στο σκοτάδι που εγώ σε βύθισα. Μόνο που τότε, άκουγα την αναπνοή σου και δεν ήμουν ικανός να το εκτιμήσω. Τώρα που δεν ακούω τίποτα πια, τώρα που σ' έχασα κατάλαβα. Έπρεπε να φύγεις, να ζεις σ' άλλους κόσμους άγνωρους για να ξυπνήσω. Έπρεπε να πεθάνεις εσύ για να ζωντανέψω εγώ, να μοιάζω κάπως με άνθρωπο!! Καταραμένο Εγώ, πόσα μου έκρυψες, πόσα μου στέρησες! Με τιμώρησες, επιβάλλοντας σ΄εκείνη ωστόσο, την εσχάτη των ποινών. Γιατί;

Τώρα σε αναζητώ παντού. Περιμένω με αδημονία να βρέξει, μήπως και ακούσω τη μελαγχολική φωνή σου να της τραγουδά. Προσμένω τις πρώτες νιφάδες, μήπως σε δω να χαμογελάς. Μυρίζω το άρωμά σου, μήπως και καταφέρω να νιώσω την αίσθηση του λαιμού σου στα χείλη μου. Κοιτάζω γύρω μου το άδειο σπίτι και του μιλάω αγάπη μου. Απάντηση δεν παίρνω όμως. Μου λείπεις άγγελέ μου! Πού είσαι; Μου λείπει το νεύμα σου το γεμάτο κατανόηση. Γιατί εσύ ήξερες, κάποτε θα καταλάβαινα, γιατί εσύ πάντα πίστευες σε μένα, μονάχα εσύ. Τώρα που δεν σ' έχω, έγινες τα πάντα μου. Είσαι στον αέρα που αναπνέω, στο πρώτο φως της μέρας μόλις ανοίξω τα μάτια μου. Είσαι η πρώτη μου καλημέρα, η μοναχική μου καληνύχτα. Καθισμένη σε βλέπω στην αγαπημένη σου πολυθρόνα, δίπλα στο ολοκόκκινο τραπεζάκι που εσύ είχες διαλέξει, να σιγοπίνεις τον καφέ σου. Περίεργη που είναι η ζωή! Παιχνίδια που σκαρώνει το μυαλό! Τότε ήσουν εκεί κι εγώ δεν σ' έβλεπα. Τώρα που δεν υπάρχεις, ολοκάθαρη η μορφή σου μου χαμογελά από απέναντι. Αβέβαιο φαντάζει το αύριο, γιατί, τώρα που έμαθα τι σημαίνει ζωή, εσύ δεν είσαι πια εδώ για να την μοιραστώ μαζί σου. Μου λείπεις τόσο που πονάω. Μιλάω με τα κύματα, γιατί αυτά ήξεραν πάντα πως να σε αγκαλιάζουν, όχι εγώ. Αγναντεύω τον ουρανό γιατί εκεί βρίσκεσαι, εκεί λάμπεις εσύ ήλιε μου, όχι εγώ. Ψιθυρίζω στον αέρα, γιατί αυτός σε άκουγε, όχι εγώ. Περπατάω στο χώμα που πάτησες, ιερό μου μοιάζει τώρα. Γιατί επάνω του στήριξες τα όνειρά σου, όχι σε μένα. Ανίκανος αποδείχτηκα να τα καλωσορίσω, ανάξιος να στέκομαι δίπλα σου, μαζί να τα κάνουμε πραγματικότητα. Τα πάντα γύρω μου σ' έχουν δει, σ' έχουν ακούσει, τα έχεις αγγίξει. Γύρω μου..... Τι ειρωνεία!! Ό,τι με περιστοιχίζει έχει ένα κομμάτι από σένα. Και στο κέντρο εγώ, ένας ανόητος που δεν σκέφτηκε ποτέ να γευτεί κάτι δικό σου. Τώρα που τα ανακάλυψα όλα αυτά, είναι πια πολύ αργά. Είμαι εγώ το απόλυτο μηδέν τώρα που έφτασε η Ώρα Μηδέν...

 

©Μάριος Καρακατσάνης 

 

Σταγόνες

Λέξεις κάνω τις σταγόνες της βροχής. Σκέψεις μόνο, να νοτίζουν χαρτί λευκό. 
Παλιά, τις κρατούσα φυλακισμένες στο μυαλό, προφυλαγμένες καλά πίσω από μαύρα σύννεφα. 
Μα τώρα, ξεχύνονται έτοιμες να προκαλέσουν τη δική τους μπόρα. Άκουσέ τες, αφουγκράσου τον ήχο που κάνουν πάνω σε άψυχα κεραμίδια που σαν κάπως να αιωρούνται σε ταράτσες ερημωμένες. Δεν είναι απλές στάλες, οι σκέψεις μου οι μοναχικές είναι που ψάχνουν να βρουν διέξοδο. Άφησέ τες να σε αγγίξουν, να σε πλημμυρίσουν εικόνες θέλουν. 
Σπαρακτική κραυγή είναι του ουρανού μου που κλαίει, του δικού μου μα και του δικού σου. Το χαρτί που κρατώ γέμισε. Δεν ξέρω τι άλλο να γράψω, ξέμεινα από λέξεις. Κι από σκέψεις όμως. Η μπόρα ξεκίνησε κι εγώ, στεγνός από συλλογισμούς, περιμένω την πρώτη αστραπή. Αυτήν, που θα μου δείξει ότι κάποιος εκεί έξω με άκουσε.

 

©Μάριος Καρακατσάνης 

 

 

Καταφύγιο

Καταφύγιο έχτισα στην κορυφή των χειλιών σου, 
από το τζάμι του βλέπω μονάχα
τον ήλιο που ανατέλλει.

Μέσα από το γλυκό βαθύ κόκκινο τους, 
και ακροπατώντας πάνω σε ηλιαχτίδες σάρκινες, ακρόβάτης γίνομαι, 
πάνω στο δειλό σου χαμόγελο.
Με ξεπλένει το δάκρυ του αβάστακτου καημού σου, γυμνός στέκομαι στον άνεμο ενός αναστεναγμού.

Κι όσο και να κρυώνω με την οδύνη να με αποθαρρύνει,
πάντα θα με προσμένει ένα δικό μου κρησφύγετο. 
Κι αν είναι απόμερο και μοναχικό,
κρέμεται ηλιόφωτο πάνω στο χαμόγελο σου.

 

©Μάριος Καρακατσάνης 

 

Το μουσικό κουτί

Σε ένα παλιό μουσικό κουτί φυλάω τους εφιάλτες μου, τις μοναχικές σκέψεις μου. Με παγωμένα χέρια το κουρδίζω με τον πόνο της ψυχής μου. Το κοιτάζω αμίλητος μα και γεμάτος φόβο. Πως να αφήσω το δάκτυλο μου από το κλειδί του; Αλίμονο! Τι μελωδία έχει να παίξει; Ποιος μπορεί να την ακούσει και ποιος μπορεί να την αντέξει;

Ασάλευτη η μπαλαρίνα του με κοιτάζει με τα χέρια ψηλά. Λες και παραδίδεται και εκείνη σε ότι εγκλώβισα βαθιά μέσα στα σωθικά του.

"Σε παρακαλώ, δε θέλω να χορέψω"

Μου φωνάζει γεμάτη σπαραγμό. Με ένα δάκρυ να κιλά στο μικρό πλαστικό πρόσωπο της. Και η μελωδία ξεκινά. Πόσο πόνο να βαστάξει πια ένα τόσο δα μικρό κουτί;

Με την μπαλαρίνα να ξεκινά και αυτή τον υποχρεωτικό χορό της, γυρίζει γύρω από τον εαυτό της. Θέλει να σταματήσει, μα δε μπορεί. Θέλει να με αγκαλιάσει με τα χεράκια της, μα είναι τόσο μικρά. Καθιστώντας με ανάξιο για να δεχθώ ακόμα και από κάτι τόσο ελάχιστο την αγκαλιά του.

Και η μελωδία συνεχίζει να παίζει. Και εκείνη να χορεύει.

"Τι αναζητάς;" Με ρωτάει

"Τον αληθινό έρωτα" της απαντώ.

"Ο έρωτας δεν υπάρχει! Όμως είναι σημαντικός στην ζωή των ανθρώπων γιατί πιστεύοντας σε αυτή την ιδέα, δε σταματούν ποτέ την αναζήτηση.Και αυτό είναι που τους κρατά ζωντανούς" μου απάντησε και έμεινε να την κοιτάζω σιωπηλός.

"Ξέρεις γιατί έχω τα χέρια μου ψηλά;" Μου αποκρίθηκε ξανά.

"Γιατί παραδόθηκα αποδεχόμενη την αλήθεια αυτή. Οι άνθρωποι με κοιτάζουν νομίζοντας ότι είμαι ευτυχισμένη. Μα δεν είμαι. Ζω σε μια απέραντη μοναξιά ξέροντας ότι δεν υπάρχει έρωτας. Μόνο σκόρπιες στιγμές, υποσχέσεις και έναν ιδρώτα να θυμίζει παθιασμένα κορμιά. Έρωτας αδιάβαστος με ορθογραφικά λάθη που βγάζουν μάτι και με επιθυμίες εκτός πορείας, ήταν ακριβώς ότι έθαψες μέσα σε αυτό το κουτί. Οι ανύποτες λέξεις, οι παραφράσεις και οι επιθυμίες, είναι μονάχα σενάρια ενός μυαλού που αρέσκεται να παραφράζει την ζωή. Άκου την μελωδία! δική σου είναι! σου αρέσει;"

"Δεν την αντέχω..."

"Η αλήθεια στο τέλος έρχεται πάντα απρόσκλητη. Δεν έχει σημασία ο χρόνος. Μπορεί να είναι σε μια μέρα, σε μια στιγμή ή μετά από χρόνια ολόκληρα. Το θέμα είναι αν θα σε βρει εκεί. Σου εύχομαι να λείπεις." Και αμέσως σιώπησε.

Ίσως να μη μου μίλησε ποτέ. Ίσως να ήταν άλλο ένα αποκύημα της φαντασίας μου. Εξάλλου έχω χάσει το μυαλό μου εδώ και πολύ καιρό. Τρελό με αποκαλούν. Ζω μόνος σε ένα δωμάτιο με τις σιωπές μου. Με μοναδική παρέα μονάχα αυτό το μουσικό κουτί. Με το δάκτυλο ακόμα στο κλειδί του.

Αλίμονο! Τι μελωδία έχει να παίξει; Ποιος μπορεί να την ακούσει και ποιος μπορεί να την αντέξει; 

 

© Μάριος Καρακατσάνης 

 

Δέμα δίχως παραλήπτη

Άκουσέ με...
Τι ήταν για τα μάτια μας το φεγγάρι, αν όχι το λαμπρότερο φως;
Στις αξημέρωτες νύχτες συντροφιά το είχαμε μαζί με λόγια αγάπης και έρωτα, γεμίζοντάς μας με το χαμόγελο της πρωτόγνωρης ευτυχίας.
"Σε αγαπώ όπως δεν αγάπησα κανέναν και αυτό δε μπορεί να αλλάξει ποτέ", μου είπες.
Και σε πίστεψα.
"Είμαι μισός χωρίς εσένα" σου ανταπέδωσα.
Και με πίστεψες. 
 Βαλσάμωσα αυτές μας τις λέξεις να τις θυμάμαι για πάντα. 
Ένα "για πάντα" που φίλησε την εικόνα από τους επτά Αγγέλους του θανάτου. 
Στα χείλη μου κατέληξε αυτό το φιλί, όπως και στα δικά σου.
Και με τη σκιά αναμειγνύεται, στο πιο τρυφερό και μεταξένιο του πένθος. 
Βρίσκομαι πλέον στο πουθενά σου. 
Σε μια καρδιά που δε χτυπά πια για μένα.
Σε έναν τοίχο, πάνω στον οποίο ποτέ δεν κατάφερα να σου γράψω "Σε αγαπώ" για να το βλέπεις κάθε φορά που θα ξυπνάς, όπως σου είχα υποσχεθεί. 
Στον άδειο θρόνο που σε περίμενε ως πριγκίπισσα.
Στο άδικο μίσος που τρέφει η ψυχή σου. 
Στις σιωπηλές στιγμές που κάποτε έσφυζαν από ζωή. 
 Τη δική μας ζωή. 
Ψάξε με και πάλι στο λαμπρότερο φως του φεγγαριού. 
Εκεί θα με βρεις. 
Εκεί ζω πλέον. 
Μακρυά απ'ό,τι με πλήγωσε αλλά και με πληγώνει ακόμα. Μη με λυπάσαι όμως.
Δεν είμαι μόνος. 
Έχω για συντροφιά αυτές τις λέξεις. 
Που αν και με κοιτάζουν με το άψυχό τους βλέμμα, εγώ μπορώ και τους δίνω ακόμα ζωή.

 

©Μάριος Καρακατσάνης 

 

Λίγες και μια νύχτες

Άγιοι προσκυνούν την κόλαση που κυλά μέσα στις φλέβες της...

Μέσα από λευκά δόντια βυθίζεται η σάρκα αδύναμη, σπαράζοντας στο ηδονικό κενό των ματιών της.

Δειλά πέφτω ολόκληρος στην πυρκαγιά σου, σβήνοντάς τη μονάχα με τον ιδρώτα του κορμιού μου...

Δε ζητάω πολλά... μονάχα λίγες και μία νύχτες... μαζί σου...

©Μάριος Καρακατσάνης 

 

Ευτυχισμένη

Είμαι μια υγρή, γκρίζα και σιωπηρή ομίχλη που ολισθαίνει

μέσα από σκιές εξασθενημένων αναμνήσεων

κι αυτές με πείσμα αντιστέκονται

πάνω από λευκά πλέον εύθραυστα ξερά οστά.

Είμαι καπνός που με παρασέρνει ο άνεμος

σε τόπους που άλλοτε περπάτησα, άγγιξα αλλά και αγάπησα.

Λίγο χρόνο αγοράζω ακόμα για να ανταμώσω

την νοσταλγική τροχιά μιας αγάπης.

Είμαι νυστέρι που λαχταρώ να κόψω την μήτρα της κακομεταχείρισης από το σάπιο κορμί που εμείς γεννήσαμε και τόσο καιρό του επιτρέπαμε να μεγαλώνει σπάζοντας όσες ράγες οδηγούσαν στην αγάπη μας.

Απόψε θα επιλέξω να είμαι το απόλυτο τίποτα, αφού έτσι μονάχα θα σε κάνω ευτυχισμένη. Άργησα πολύ μα το κατάλαβα: αυτό αποζητά η νεκρή καρδιά σου για να μπορεί να αναπνέει.

Το άδειο, σκοτεινό κελί του τίποτα.

 

 ©Μάριος Καρακατσάνης 

 

Θρυμματισμένος βασιλιάς

Κάνε τη θλίψη να φύγει μακριά να ζήσω για άλλη μια μέρα,
με μια πενιχρή ελπίδα να με αποκαλεί θρυμματισμένο βασιλιά.
Βλάστησε η οργή και η ματαιοδοξία στην πεδιάδα της αγωνίας, 
με τους Ιούδες της ζωής μου να τρέχουν να βρουν το ψηλότερο δέντρο για να κρεμαστούν. 
Αχάριστο και ταραγμένο μέρος οι ψυχές όλων όσων μου μίλησαν και προσπάθησαν να μου διδάξουν την αγάπη. 
Βλέπω τη θλίψη στα μάτια τους, την μελαγχολία στις κραυγές τους. 
Μια βαριά πέτρα η σιωπή μου με την δική μου καρδιά να κρέμεται χαμηλά σε αλλοτινές τους στιγμές μέσα σε πλακόστρωτους ουρανούς.
Σε αβάπτιστα αστέρια χάρισα το όνομα σου, σε προσευχές μοναξιάς πρόσφερα την ζεστή σου ανάσα και αποχρωματίζοντας τα όνειρα μου, δίνω χρώμα στην άγια αυτοκαταστροφή σου. 
Κανείς μας δεν ήταν εδώ όταν μας κακοποιούσαν την αγάπη, όταν την βίαζαν με τα αηδιαστικά σαλιάρικα στόματα τους, κλείνοντας την βαθιά, μέσα σε ένα παγωμένο κελί επιβιώνοντας σε φρούδες παραισθησιογόνες ελπίδες. 
Δεν μου έμεινε πλέον τίποτα, όλα έσβησαν στο σφράγισμα των χειλιών σου. 
Στο αλλότινο σου χαμόγελο που πάντα λάτρευα.

Για αυτό σου λέω..

Κάνε τη θλίψη να φύγει μακριά, να ζήσω για άλλη μια μέρα
με μια πενιχρή ελπίδα, να με αποκαλεί θρυμματισμένο βασιλιά.

 

©Μάριος Καρακατσάνης 

Μοιράσου το στα κοινωνικά δίκτυα